ανάλκεια

ανάλκεια
ἀνάλκεια, η (Α) [ἀναλκής]
έλλειψη αλκής, αδυναμία, δειλία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἀναλκείης — ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκείῃ — ἀνάλκεια want of strength fem dat sg (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκείῃσι — ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκείῃσιν — ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκείη — ἀνάλκεια want of strength fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκείην — ἀνάλκεια want of strength fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκίας — ἀναλκί̱ᾱς , ἀνάλκεια want of strength fem acc pl (ionic) ἀναλκί̱ᾱς , ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναλκής — ἀναλκής, ές (Α) βλ. ἄναλκις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν στερ. + ἀλκή. ΠΑΡ. αρχ. ἀνάλκεια] …   Dictionary of Greek

  • ἀναλκίης — ἀναλκί̱ης , ἀνάλκεια want of strength fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκίῃσιν — ἀναλκί̱ῃσιν , ἀνάλκεια want of strength fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”